Αθλητικές Κακώσεις

Αθλητικές ΚακώσειςΟι αθλητικές κακώσεις είναι τραυματισμοί που προκαλούνται κατά την διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων.

Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι τραυματισμοί αυτοί αφορούν το μυοσκελετικό σύστημα και είναι ελαφριάς μορφής και σίγουρα λιγότερο σοβαροί από αυτούς που παρατηρούνται σε άλλες δραστηριότητες, όπως η οδήγηση (τροχαία ατυχήματα) και η εργασία (εργατικά ατυχήματα).

Οι αθλητικές κακώσεις, δεν διαφέρουν από εκείνες που μπορεί να συμβούν στην καθημερινή μας ζωή. Η ιδιαιτερότητα τους έγκειται στο γεγονός πως οι αθλητές αποτελούν μια ξεχωριστή ομάδα πληθυσμού με διαφορετικά χαρακτηριστικά και προσδοκίες από τους υπόλοιπους.

Οι πιο συνηθισμένες αθλητικές κακώσεις είναι οι κακώσεις μηνίσκου, οι ρήξεις συνδέσμων, οι θλάσεις, τα διαστρέμματα και οι τενοντίτιδες.

Κάκωση Μηνίσκου

Σε κάθε γόνατο υπάρχουν δυο ημισεληνοειδή ινοχόνδρινα τμήματα, ο έσω και ο έξω μηνίσκος.

Χρησιμεύουν στην αύξηση της σταθερότητας του γόνατος, στην απορρόφηση των κραδασμών και στη βελτίωση της σχέσης επαφής μηριαίων και κνημιαίων κονδύλων.

Κάκωση ενός από τους μηνίσκους μπορεί να γίνει από βίαιη στροφική κίνηση ή να δημιουργηθεί προοδευτικά από επανειλημμένες μικροκακώσεις.

Τα συμπτώματα είναι πόνος ή απλή ευαισθησία κατά την πίεση στην έσω ή έξω αρθρική σχισμή ανάλογα με το μηνίσκο που έπαθε ρήξη.

Όταν η ρήξη είναι επιμήκης με αναδίπλωση τότε μπορεί να προκληθεί εμπλοκή της άρθρωσης του γόνατος σε κάμψη, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η πλήρης έκταση του γόνατος. Άλλα συμπτώματα είναι η διόγκωση του γόνατος, το αίσθημα βάρους στο γόνατο και η αστάθεια.

Σε περιπτώσεις με ελαφρά και ανεκτά ενοχλήματα συνίσταται επίδεση με ελαστικό επίδεσμο, ανάπαυση ενώ συνήθως χορηγούνται παυσίπονα και ασκήσεις τετρακέφαλου.

Σε περιπτώσεις ωστόσο όπου υπάρχει σαφής διάγνωση με σαφή και έντονα ενοχλήματα και κυρίως σε περίπτωση εμπλοκής της άρθρωσης επιβάλλεται η χειρουργική θεραπεία. Τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες επεμβάσεις για ρήξη μηνίσκων γίνονται αρθροσκοπικά, όπου είτε αφαιρείται τμήμα του μηνίσκου είτε γίνεται συρραφή της ρήξης αυτού.

Ρήξη συνδέσμων

Οι σύνδεσμοι είναι δυνατές ελαστικές κατασκευές που συγκρατούν τα οστά μεταξύ τους, προσφέροντας δύναμη και σταθερότητα στις αρθρώσεις.

Στην άρθρωση του γόνατος υπάρχουν τέσσερις σύνδεσμοι, που ενώνουν το μηριαίο οστό με την κνήμη:

  • Ο έσω πλάγιος σύνδεσμος, προσφέρει σταθερότητα στην εσωτερική πλευρά του γόνατος
  • Ο έξω πλάγιος σύνδεσμος, προσφέρει σταθερότητα στην εξωτερική πλευρά του γόνατος
  • Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος, που βρίσκεται στο κέντρο του γόνατος, περιορίζοντας την περιστροφή, αλλά και την προς τα εμπρός κίνηση της κνήμης
  • Ο οπίσθιος χιαστός σύνδεσμος, βρίσκεται επίσης στο κέντρο της άρθρωσης του γόνατος, περιορίζοντας την προς τα πίσω κίνηση της κνήμης

Ανάμεσα στα οστά που σχηματίζουν την άρθρωση του γόνατος υπάρχουν δύο “σφήνες”, που αποτελούνται από συνδετικό ιστό, οι μηνίσκοι, βρίσκονται στην έσω και έξω πλευρά του γόνατος και λειτουργούν για την απόσβεση των κραδασμών που δέχεται η άρθρωση του γόνατος, αμβλύνουν το βάρος που δέχεται το κάτω από το γόνατο τμήμα του ποδιού, προσφέροντας παράλληλα την απαραίτητη σταθερότητα.

  • Αιτίες και βασικά συμπτώματα τραυματισμού του έσω και έξω πλάγιου συνδέσμου: Ο έσω πλάγιος σύνδεσμός τραυματίζεται περισσότερο εύκολα από ότι ο έξω πλάγιος. Προκαλείται από κτύπημα στην εξωτερική επιφάνεια του γόνατος, που προκαλεί απότομη διάταση ή ρήξη του συνδέσμου που βρίσκεται στην εσωτερική επιφάνεια του. Η κάκωση μπορεί να είναι 1ου, 2ου ή 3ου βαθμού. Κάκωση 1ου βαθμού σημαίνει μία βίαιη διάταση του συνδέσμου, 2ου βαθμού μερική ρήξη του συνδέσμου ενώ 3ου βαθμού σημαίνει ολική ρήξη του συνδέσμου. Τα βασικά συμπτώματα είναι πόνος στο γόνατο με ευαισθησία κατά μήκος της εσωτερικής πλευράς της άρθρωσης, με πρήξιμο (οίδημα).
  • Αιτίες και βασικά συμπτώματα τραυματισμού στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο: Πρόκειται για έναν ισχυρότατο σύνδεσμο, που παίζει σημαντικό ρόλο στην σταθερότητα της άρθρωσης. Απότομη επιβράδυνση της κίνησης σε συνδυασμό με αλλαγή στην κατεύθυνση κατά την διάρκεια τρεξίματος ή άλματος ή η βίαιη υπερέκταση της άρθρωσης μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο. Κατά την διάρκεια του τραυματισμού ακούγεται ένας χαρακτηριστικός ήχος, το γόνατο πρήζεται μέσα στις πρώτες 6 ώρες, προκαλείται αστάθεια στην άρθρωση με πόνο στην εσωτερική πλευρά.
  • Αιτίες και βασικά συμπτώματα του τραυματισμού στον οπίσθιο χιαστό σύνδεσμο: Ο τραυματισμός προκαλείται όταν υπάρξει βίαιη στροφή του γόνατος ή υπερέκταση. Συνήθως συνοδεύεται από κάκωση και άλλων συνδέσμων, εκτός αν ο τραυματισμός προκληθεί από απευθείας κτύπημα στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος ενώ αυτό βρίσκεται σε κάμψη. Τα συμπτώματα διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή, λόγω των συνοδών κακώσεων. Καθώς ο οπίσθιος χιαστός σύνδεσμος ουσιαστικά είναι έξω από την άρθρωση, ο τραυματισμός του δεν προκαλεί αίμαρθρο, όπως ο τραυματισμός του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου. Η αστάθεια που προκαλείται δημιουργεί αίσθηση ανασφάλειας στην άρθρωση, ιδιαίτερα στην προσπάθεια αλλαγής κατεύθυνσης. Ο πόνος και το οίδημα μπορεί να διαρκέσουν από 2 έως 4 βδομάδες.

Θλάση

Οι θλάσεις των μυϊκών ιστών αποτελούν τον πλέον συνηθισμένο τραυματισμό σε άτομα που ασχολούνται με αθλητικές δραστηριότητες.

Θλάση είναι η ρήξη των μυϊκών ινών που προκαλείται είτε από υπερβολικά έντονη σύσπαση, υπερβολική διάταση είτε από άμεση πλήξη του μυ από κάποιο εξωτερικό παράγοντα (πχ. λάκτισμα).

Με την πρώτη ενόχληση ή πόνο του μυός θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως η αθλητική δραστηριότητα, διότι η συνέχισή της μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω τραυματισμό των μυϊκών ινών. Δημιουργούνται δηλαδή σοβαρότερες βλάβες με συνέπεια την αύξηση του χρόνου αποκατάστασης.

Οι αιτίες των μυϊκών θλάσεων είναι οι εξής:

  • Μειωμένη ελαστικότητα των μυών από παράλειψη των διατατικών ασκήσεων
  • Υπερβολική κόπωση των μυών μετά από παρατεταμένη άσκηση
  • Κακός εξοπλισμός (πχ. ακατάλληλα υποδήματα)
  • Άσκηση σε υγρό και ψυχρό περιβάλλον
  • Κακή διατροφή και έλλειψη καλίου, νατρίου ή μαγνησίου στον οργανισμό
  • Κακή τεχνική κατά την εκτέλεση των ασκήσεων, υπερεκτίμηση δυνατοτήτων από τον προπονητή ή τον ίδιο τον αθλητή

Αναλόγως με τον αριθμό των τραυματισμένων μυϊκών ινών, οι θλάσεις διαβαθμίζονται σε πρώτου, δευτέρου και τρίτου βαθμού:

  • Πρώτου Βαθμού: παρατηρείται απλή διάταση των μυϊκών ινών (το λεγόμενο "τράβηγμα") και συνοδεύεται από πόνο κατά την εκτέλεση της άσκησης. Επίσης περιορίζεται η λειτουργικότητα του πάσχοντος μέλους
  • Δευτέρου Βαθμού: παρατηρείται μερική ρήξη των μυϊκών ινών με έντονο μυϊκό σπασμό ,αιμάτωμα και οίδημα. Στη συνέχεια σχηματίζεται ουλώδης ιστός στο σώμα του μυός, ο οποίος έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια της ελαστικότητάς του. Επίσης έχουμε μετατόπιση του εκχυμώματος στους παρακείμενους ιστούς, 1-2 μέρες μετά την κάκωση. Σε ενδεχόμενη ρήξη της μυϊκής περιτονίας έχουμε μυοκήλη, δηλ. κήλη του μυός προς τα έξω
  • Τρίτου Βαθμού: παρατηρείται πλήρης ρήξη του μυός, με εκτεταμένο αιμάτωμα καθώς και κατάργηση της κινητικότητας του μυός. Κατά την ψηλάφηση εντοπίζεται κοίλωμα του μυός στο σημείο της ρήξης.

Στα κάτω άκρα συχνότερες θλάσεις είναι αυτές του δικέφαλου μηριαίου, του τετρακεφάλου και του γαστροκνημίου.

Στα άνω άκρα θλάσεις παρατηρούνται στον δικέφαλο βραχιόνιο, στον δελτοειδή, στον υπερακάνθιο (στροφείς του ώμου) και στον τρικέφαλο βραχιόνιο. Συχνές είναι επίσης και οι θλάσεις των κοιλιακών οι οποίες απαιτούν συνήθως και μακρόχρονη αποκατάσταση.

Συνδεσμικές ρήξεις (διαστρέμματα)

Οι σύνδεσμοι είναι ινώδεις ταινίες που ενώνουν τα οστά για να σχηματίσουν τις αρθρώσεις. Είναι ελαστικοί και σκληροί και είναι αυτοί που καθορίζουν την κίνηση που κάνει μια άρθρωση, περιορίζοντας κάποιες κινήσεις και επιτρέποντας άλλες. Ο αγκώνας π.χ. μπορεί να κινείται μόνο σε ένα επίπεδο διότι υπάρχουν οι πολύ ισχυροί πλάγιοι σύνδεσμοι και από τις δύο μεριές.

Αντίθετα ο ώμος δεν διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρούς συνδέσμους και έτσι μπορεί να κινείται σε οποιοδήποτε κατεύθυνση. Αυτό έχει το μειονέκτημα ότι ο ώμος είναι πολύ πιο ασταθής και εύκολα εξαρθρώνεται, ενώ ο αγκώνας είναι πολύ πιο σταθερός.

Με τους συνδέσμους λοιπόν ο οργανισμός χάνει σε ελευθερία κινήσεων αλλά κερδίζει σε σταθερότητα.

Επομένως οι αρθρώσεις μας είναι κατασκευασμένες για να κινούνται με ένα συγκεκριμένο τρόπο και οι σύνδεσμοι αποτελούν βασικό στοιχείο σε αυτή την κατασκευή.

Όταν μια άρθρωση εξαναγκάζεται να κινηθεί με έναν τρόπο για τον οποίο δεν είναι φτιαγμένη, οι σύνδεσμοι που την συγκρατούν διατείνονται (τεντώνονται) και αποτρέπουν αυτή την κίνηση.

Για παράδειγμα, μεταξύ των οστών των δακτύλων (των φαλαγγών) υπάρχει ισχυρός σύνδεσμος μόνο από την μεριά της παλάμης. Έτσι, τα δάκτυλα δεν μπορούν να διπλώσουν προς την ράχη του χεριού διότι δεν το επιτρέπει αυτός ο παλαμιαίος σύνδεσμος.

Ωστόσο, αν σπρωχθεί το δάκτυλο του προς τα πίσω με βία – στην καθομιλουμένη αν γυρίσει το δάκτυλο – ο σύνδεσμος αυτός τεντώνεται και μπορεί να σκιστεί, εν μέρει ή και ολοκληρωτικά. Αυτό αποτελεί την ρήξη συνδέσμου ή διάστρεμμα.

Τα διαστρέμματα είναι πολύ συνηθισμένες κακώσεις, τόσο στον γενικό πληθυσμό όσο και στους αθλητές, με το διάστρεμμα ποδοκνημικής (αστραγάλου) να βρίσκεται μακράν στην πρώτη θέση.

Τα διαστρέμματα διακρίνονται σε:

  • Διαστρέμματα 1ου βαθμού ή “γύρισμα”: Όταν διαπιστώνεται απλή διάταση των συνδέσμων ή του αρθρικού θύλακα. Η βλάβη είναι ελάχιστη και παρατηρούνται μόνο μικρές ρήξεις ορισμένων ινωδών ιστών
  • Διαστρέμματα 2ου βαθμού: Όταν υφίσταται μερική ρήξη του αρθρικού θύλακα και των συνδέσμων
  • Διαστρέμματα 3ου βαθμού: Όταν υπάρχει ολική ρήξη του αρθρικού θύλακα και των συνδέσμων

Τενοντίτιδες

Οι τένοντες είναι ταινίες ινώδους ιστού που συνδέουν τους μύες με τα οστά.

Με τον όρο τενοντίτιδα ορίζεται η φλεγμονή που εκδηλώνεται σε μια από αυτές τις δομές. Αντίθετα, μιλάμε για τενοντοελυτρίτιδα όταν η φλεγμονή πλήττει, εκτός από τον τένοντα, και την προστατευτική θήκη (έλυτρο) που τον περιβάλλει.

Η διαταραχή μπορεί να αφορά οποιονδήποτε τένοντα, αν και μερικοί από αυτούς είναι πιο επιρρεπείς στον κίνδυνο της φλεγμονής. Πρόκειται για τους τένοντες των μυών του ώμου, του Αχίλλειου τένοντα, των τενόντων του καρπού, των τενόντων των μυών του αντιβραχίονα στο ύψος του αγκώνα , του επιγονατιδικού τένοντα που προσφύεται στο γόνατο.

Είναι επίσης δυνατόν να παρουσιαστεί διόγκωση, ιδιαίτερα όταν η φλεγμονή πλήττει και την προστατευτική θήκη, όπου μπορεί να συγκεντρωθεί υγρό.

Όσον αφορά την περιοχή στην οποία εντοπίζονται τα συμπτώματα, μερικά παραδείγματα σχετικά με τις πιο κοινές τενοντίτιδες είναι τα εξής: στην περίπτωση της επικονδυλίτιδας ο πόνος εντοπίζεται στον αγκώνα, στην περίπτωση που αφορά τον Αχίλλειο τένοντα ο πόνος εντοπίζεται στην περιοχή ακριβώς πάνω από τη φτέρνα, στην περίπτωση φλεγμονής των προσαγωγών μυών στην εσωτερική πλευρά του μηρού, αν η τενοντίτιδα αφορά τον επιγονατιδικό τένοντα ο πόνος εντοπίζεται ακριβώς κάτω από την επιγονατίδα, σε περίπτωση φλεγμονής του πετάλου των στροφέων μυών στον ώμο, στην περίπτωση της τενοντοελυτρίτιδας του μακρού απαγωγού και του βραχέως εκτείνοντα τον αντίχειρα (σύνδρομο του De Quervain) στον καρπό από τη πλευρά του αντίχειρα και στη βάση του δακτύλου.

Σε περίπτωση φλεγμονής των καμπτήρων τενόντων των δακτύλων είναι δυνατόν να παρουσιαστεί το φαινόμενο του εκτινασσόμενου δακτύλου. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, όταν ο ερεθισμένος τένοντας διογκώνεται, δε μπορεί να κινηθεί ελεύθερα μέσα στην προστατευτική του θήκη. Στην ουσία “εγκλωβίζεται” και δε μπορεί πια να γυρίσει πίσω, προκειμένου να τεντώσει ξανά το δάχτυλο. Για να απελευθερωθεί είναι απαραίτητο να εξαναγκαστεί η κίνηση του δακτύλου, ώστε να προκληθεί ένα είδος “εκτίναξης”.